ακράτεια


ακράτεια
Ιατρικός όρος που σημαίνει την ακούσια απώλεια ούρων ή κοπράνων. Είναι συνήθως νευρογενής και εμφανίζεται, συχνά, στην παιδική ηλικία.
* * *
η (Α ἀκράτεια)
αδυναμία αυτοσυγκράτησης, έλλειψη αυτοκυριαρχίας, εγκράτειας
νεοελλ.
φρ. «ακράτεια γλώσσας», πολυλογία, αθυροστομία. Ιατρ. (αγγλ. και γαλλ. incontinence). Συγγενής (εκ γενετής) ή επίκτητη αδυναμία εκούσιας συγκράτησης των απεκκρίσεων: ακράτεια ούρων (βλ. ούρηση), ακράτεια κοπράνων (βλ. αφόδευση).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκρατής
ο όρος πέρασε και στην ξεν. επιστημον. ορολογία, πρβλ. νεολατιν. acratia, απ' όπου και η σημασία τού νεώτερου ιατρ. όρου τής Ελληνικής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀκρατείᾳ — ἀκρατείᾱͅ , ἀκράτεια want of power fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκράτεια — want of power fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακράτεια — η 1. το να μην μπορεί κανείς να περιορίσει τα πάθη του: Η ακράτεια αυτή τον ζημίωσε πολύ στη ζωή του. 2. (ιατρ.), ακράτεια ούρων, το να αποβάλλονται τα ούρα χωρίς τη θέλησή μας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακράτεια — [акратиа] ουσ. Θ. неумеренность, несдержанность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀκρατείας — ἀκρατείᾱς , ἀκράτεια want of power fem acc pl ἀκρατείᾱς , ἀκράτεια want of power fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκράτειαι — ἀκράτεια want of power fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκράτειαν — ἀκράτεια want of power fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ουρακράτεια — η ιατρ. ακράτεια ούρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ούρα + ακράτεια] …   Dictionary of Greek

  • ἀκρατίας — ἀκρατίᾱς , ἀκράτεια want of power fem acc pl ἀκρατίᾱς , ἀκράτεια want of power fem gen sg (attic doric aeolic) ἀκρατίᾱς , ἀκρατία absence of mixture fem acc pl ἀκρατίᾱς , ἀκρατία absence of mixture fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Acracia — ► sustantivo femenino 1 POLÍTICA Doctrina que niega la necesidad de un poder o de una autoridad. SINÓNIMO anarquismo 2 POLÍTICA Estado social caracterizado por la ausencia de autoridad o estructura de poder. SINÓNIMO anarquía * * * acracia (del… …   Enciclopedia Universal